Ετεροχρωμία – 2 μάτια με διαφορετικό χρώμα

Ετεροχρωμία σημαίνει “διαφορετικά (έτερο-) χρώματα (-χρωμία).” Συνήθως ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει την κατάσταση όπου ένα άτομο ή ζώο έχει διαφορετικό χρώμα ίριδας* στο κάθε μάτι. Η ετεροχρωμία είναι συνήθως καλοήθης, με άλλα λόγια δεν αποτελεί πάθηση των ματιών και δεν επηρεάζει την οπτική οξύτητα.

ίριδα είναι η έγχρωμη κυκλική δομή που περιβάλλει την κόρη και περιέχει την μελανίνη, η χρωστική που δίνει στα μάτια μας το ιδιαίτερο χρώμα τους.
Η ποσότητα μελανίνης στην ίριδα καθορίζει το χρώμα των ματιών μας. Τα μπλε μάτια έχουν τη λιγότερη ποσότητα μελανίνης, ενώ τα καφέ την περισσότερη.

Υπάρχουν τύποι ετεροχρωμίας;
Ναι, υπάρχουν τρεις τύποι ετεροχρωμίας ανάλογα με το πού εντοπίζονται τα διαφορετικά χρώματα:

  1. Πλήρης ετεροχρωμία – όπου η ίριδα του ενός ματιού είναι ένα τελείως διαφορετικό χρώμα από την ίριδα του άλλου ματιού, όπως η Δούκισσα Νομικού η οποία έχει πράσινο χρώμα στο δεξί μάτι και γαλάζιο στο αριστερό.
  2. Μερική ετεροχρωμία (ή ετεροχρωμία τομέα) – όπου μόνο ένα τμήμα (ή τομέας) της ίριδας του ενός ματιού έχει ένα διαφορετικό χρώμα από το υπόλοιπο της ίριδας αυτού του ματιού. Μερική ετεροχρωμία μπορεί να υπάρχει στο ένα μάτι ή και στα δύο μάτια.

  3. Κεντρική ετεροχρωμία – Σε αυτόν τον τύπο ετεροχρωμίας, η ίριδα έχει διαφορετικό χρώμα κοντά στα όρια της κόρης (σε σύγκριση με το χρώμα της υπόλοιπης ίριδας), με αιχμές του κεντρικού χρώματος που ακτινοβολεί από την κόρη προς το μέσο της ίριδας.

Πως προκύπτει η ετεροχρωμία;
Ένα βρέφος μπορεί να γεννηθεί με καλοήθη ετεροχρωμία ή μπορεί να την εμφανίσει μετέπειτα καθώς η ίριδα αποκτά την πλήρη ποσότητα μελανίνης. Αυτός ο τύπος ονομάζεται συγγενής ετεροχρωμία.
Η συγγενής ετεροχρωμία, συνήθως, είναι ένα γενετικό χαρακτηριστικό το οποίο κληρονομείται.

Η καλοήθης ετεροχρωμία μπορεί επίσης να προκύψει ως αποτέλεσμα μιας γενετικής μετάλλαξης κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης.

Σε ορισμένες και πιο σπάνιες περιπτώσεις, η ετεροχρωμία μπορεί να είναι ένα σύμπτωμα μιας άλλης πάθησης που υπάρχει εκ γενετής ή έχει αναπτυχθεί στην πορεία.
Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας κατάστασης είναι το σύνδρομο Horner. Ένας συνδυασμός πολύ μικρής κόρης, πτώσης βλεφάρου και απώλειας εφίδρωσης στο προσβεβλημένο ήμισυ του προσώπου, που προκαλείται από τη διακοπή ορισμένων νευρικών ερεθισμάτων στο μάτι. Όταν κάποιος παρατηρήσει αλλαγή στο χρώμα των ματιών του, στο ένα  ή και στα δύο, θα πρέπει να επισκεφτεί τον οφθαλμίατρό του.

Η ετεροχρωμία που δεν αποτελεί κάποιο γενετικό χαρακτηριστικό αλλά αναπτύσσεται αργότερα κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου, ονομάζεται επίκτητη ετεροχρωμία. Οι αιτίες της επίκτητης ετεροχρωμίας είναι από πιθανό τραύμα στα μάτια, ραγοειδίτιδα και επιπλοκή από ορισμένα φάρμακα (για το γλαύκωμα).

Ίσως και να μην είναι ετεροχρωμία.. 

Κάτι που συγχέεται συχνά με την μερική ετεροχρωμία είναι ο σπίλος. Ο σπίλος στην ίριδα είναι συνήθως στρογγυλός με καφέ χρώμα.
Τυπικά, παραμένει σταθερός σε μέγεθος, παρόλ’ αυτά καλό είναι ανά 6 μήνες να επισκέπτεστε τον οφθαλμίατρό σας και να γίνεται χαρτογράφηση και καταγραφή των διαστάσεων του σπίλου  και έτσι να αποκλείσει οποιαδήποτε ανάπτυξη που θα μπορούσε να υποδεικνύει κακοήθεια.

Στο Πρότυπο Οφθαλμολογικό Διαγνωστικό Κέντρο EyeDiagnosis χρησιμοποιούνται σύγχρονες τεχνικές καταγραφής των σπίλων της ίριδας, όπως η έγχρωμη φωτογράφηση με κάμερα προσθίου ημιμορίου και η  OCT Οπτική τομογραφία συνοχής όπου καταγράφεται το πάχος και οι διαστάσεις του σπίλου.

ΜΕΓΕΘΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
ΑΝΤΙΘΕΣΗ